Meaning of παλιώνω | Babel Free
Ορισμοί
-
αλλάζω με την πάροδο του χρόνου intransitive
- φθείρομαι, γερνάω, ξεθωριάζω κλπ με το χρόνο
-
αποκτώ με τα χρόνια εμπειρία και κύρος σε υπηρεσία, εργασία κλπ intransitive
-
κάνω κάτι να φαίνεται παλιό, το φθείρω transitive
Παραδείγματα
“όταν παλιώνει το κρασί, γίνεται καλύτερο και αποκτά μεγαλύτερη εμπορική αξία”
“αυτό το παντελόνι πάλιωσε”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.