HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παλιώνω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. αλλάζω με την πάροδο του χρόνου
    intransitive
  2. φθείρομαι, γερνάω, ξεθωριάζω κλπ με το χρόνο
  3. αποκτώ με τα χρόνια εμπειρία και κύρος σε υπηρεσία, εργασία κλπ
    intransitive
  4. κάνω κάτι να φαίνεται παλιό, το φθείρω
    transitive

Παραδείγματα

“όταν παλιώνει το κρασί, γίνεται καλύτερο και αποκτά μεγαλύτερη εμπορική αξία”
“αυτό το παντελόνι πάλιωσε”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παλιώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course