Meaning of παλιρροϊκός | Babel Free
/pa.li.ɾoiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με το φαινόμενο της παλίρροιας
- σχετικός με φαινόμενα που μεταβάλλονται περιοδικά και προκαλούνται από τη βαρυτική έλξη μεταξύ σωμάτων (όπως π.χ. εξαιτίας της έλξης που ασκεί η Σελήνη στους ωκεανούς της Γης)
- παλιρροϊκό κύμα: κύμα που προκαλείται από σεισμική ή ηφαιστειακή δραστηριότητα ή κάποιο ανόλογο φαινόμενο μεγάλης κλίμακας (όπως π.χ. πρόσκρουση μετεωρίτη) και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη έκταση και την ικανότητα να διανύει πολύ μεγάλη απόσταση
Παραδείγματα
“παλιρροϊκό κύμα”
tidal wave
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.