Meaning of παλινωδήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παλινωδώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παλινωδώ
- θα παλινωδήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παλινωδώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.