Meaning of παλιάτσος | Babel Free
/paˈʎatsos/Ορισμοί
- κωμική φιγούρα σε παλαιότερα ιταλικά λαϊκά θεατρικά έργα
- ανδρικό επώνυμο
-
γελοίος figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
clown
Παραδείγματα
“Το τσίρκο έχει πολλούς παλιάτσους.”
The circus has a lot of clowns.
“Η υπουργός είναι ο μεγαλύτερος παλιάτσος της πολιτικής.”
The minister is the greatest buffoon in politics.
“※ Ἐμὲ ὑπουργός ὁ μαυλιστής, δρουγγάρης μου ὁ παλιάτσος. (Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.