Meaning of παλαμίζω | Babel Free
/pa.laˈmi.zo/Ορισμοί
- επαλείφω τα ύφαλα βάρκας ή άλλου πλεούμενου με πίσσα ή άλλη αδιάβροχη ουσία για στεγανοποίηση
-
σοβαντίζω, επιχρίω dated
-
τοποθετώ την παλάμη μου πάνω σε κάτι (π.χ. στο ευαγγέλιο για να ορκιστώ σε δικαστήριο) dated
-
πιάνω κάτι (με την παλάμη μου) dated
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.