Meaning of παλαιοβαλκανικός | Babel Free
/pa.le.o.val.ka.niˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με τα Βαλκάνια σε παλαιότερη εποχή
- σχετικός με ινδοευρωπαϊκό γλωσσικό υπόστρωμο των Βαλκανίων, ή με φύλο
Παραδείγματα
“καταχρηστικά: παλιότερων εποχών (με αρνητική σημασία)”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.