Meaning of παιχνιδούπολη | Babel Free
Ορισμοί
χώρος, υπαίθριος ή κλειστός, εξοπλισμένος κατάλληλα για να στεγάσει διάφορες δραστηριότητες για παιδιά
Παραδείγματα
“※ Στο Zάππειο, στη «γειτονιά των παιδιών» θα στηθεί ένα διαφορετικό σκηνικό, με μια μεγάλη παιχνιδούπολη. Από μια τεράστια χριστουγεννιάτικη κάλτσα θα ξεπετάγεται το «εργαστήρι των δώρων», όπου τα παιδιά, μαζί με τους εκπαιδευτές, θα κατασκευάζουν κεριά και χριστουγεννιάτικα στολίδια από μπαχαρικά και μπαλόνια. Δίπλα θα βρίσκεται μια χιονοτσουλήθρα με πραγματικό χιόνι. (Εφημερίδα Καθημερινή, 5 Δεκεμβρίου 2006)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.