Meaning of παιδιαρίσματα | Babel Free
/pe.ðʝaˈɾi.zma.ta/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του παιδιαρίζω, το να φέρεται κάποιος ανώριμα, σαν μικρό παιδί
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παιδιάρισμ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.