Meaning of παιδιακίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος παιδιακίζω
- θα παιδιακίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος παιδιακίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.