Meaning of παθογένεια | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η μελέτη της δημιουργίας (γένεσης) μιας παθολογικής κατάστασης
-
μια παθολογική κατάσταση σε συνάρτηση με το αίτιο που την προκαλεί broadly
Παραδείγματα
“※ O Λούθηρος συμπυκνώνει σε μια πρόταση μια από τις παθογένειες της εξουσίας: να επεκτείνεται σε κάθε χώρο (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 6 Μαρτίου 2005)”
“※ Αυτή η «λειτουργία» στη σχέση μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου αποτελεί βαριάς μορφής παθογένεια του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. (από άρθρο στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 6 Αυγούστου 2005)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.