Meaning of παθιασμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που παθιάζεται με κάτι, που κάνει κάτι με πάθος
- που γίνεται με ένταση και με πάθος
Ισοδύναμα
English
Passionate
Παραδείγματα
“παθιασμένος άνθρωπος”
“παθιασμένο φιλί”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.