παγωμένος
Ορισμοί
- που έχει παγώσει
- που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0° Κελσίου
- που έχει μειωθεί πολύ η θερμοκρασία του από το κρύο
-
που έχει μείνει ακίνητος ή νιώθει ρίγος από φόβο, τρόμο figuratively
-
που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας η οποία υποδηλώνει εχθρότητα figuratively
- που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةبارد
Azərbaycan diliayaz
Българскимразовит
Cymraegrhewllyd
Gaeilgedoicheallach
Gàidhligreòta
Magyarjeges
Italianoalgidobloccatocongelaticongelatocoperto di ghiacciogelatagelatogelidoghiacciateghiacciatoraffreddato
한국어싸늘하다
Kurdîgêle
Svenskafrostig
ไทยเย็น
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: ξυλιασμένος”
“Οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες. (από ιστοσελίδα)”
“Ο παγωμένος χειμώνας του 19.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free