Meaning of παγοδρομία | Babel Free
/pa.ɣo.ðɾoˈmi.a/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του παγοδρόμιο accusative, nominative, plural, vocative
- η κίνηση πάνω στον πάγο με τη χρήση ειδικών πέδιλων (παγοπέδιλο) που έχουν στο πέλμα τους μια κοφτερή ακμή και μπορούν να ολισθαίνουν πάνω σε παγωμένες επιφάνειες
Ισοδύναμα
English
ice skating
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.