πένταθλο
Ορισμοί
- αγώνισμα των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων που διαρκούσε μια μέρα και περιλάμβανε τα επιμέρους αγωνίσματα άλμα εις μήκος, ακοντισμό, δισκοβολία, στάδιον (αγώνας ταχύτητας) και πάλη
- άθλημα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων που περιλαμβάνει τα επιμέρους αγωνίσματα κολύμβηση, ιππασία (ποδηλασία από το 2024), ξιφασκία, σκοποβολή και τρέξιμο
Ισοδύναμα
20 more languages
Catalàpentatló
Danskfemkamp
Galegopéntatlon
Magyaröttusa
Bahasa Indonesiapancalomba
Italianopentathlon
ქართულიხუთჭიდი
한국어오종경기
Македонскипентатлон
Polskipięciobój
Portuguêspentatlo
Românăpentatlon
Türkçepentatlon
Українськап'ятиборство
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free