Meaning of πάστρα | Babel Free
/ˈpa.stɾa/Ορισμοί
- οικισμός της Κεφαλλονιάς
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πάστρας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πάστρας accusative, genitive, singular, vocative
- η καθαριότητα
- βουνό της δυτικής Αττικής
Παραδείγματα
“※ Ξύπνησα σ' ένα δωμάτιο που έλαμπε από πάστρα και ήλιο. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.