HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πάστρα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈpa.stɾa/

Ορισμοί

  1. οικισμός της Κεφαλλονιάς
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Πάστρας
  3. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Πάστρας
    accusative, genitive, singular, vocative
  4. η καθαριότητα
  5. βουνό της δυτικής Αττικής

Παραδείγματα

“※ Ξύπνησα σ' ένα δωμάτιο που έλαμπε από πάστρα και ήλιο. (Αντώνης Σουρούνης (1985) Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι [μυθιστόρημα])”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πάστρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course