Meaning of πάσαρα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
μικρή, στενή και ελαφριά λέμβος dated, idiomatic
Παραδείγματα
“※ Ἔφερεν καὶ τὲς πάσαρες καὶ τὲς ἔβαλεν εἰς τὸν Πόρον ὁ Ἰμπραΐμης, ὅστις, καθὼς ἔπεσεν τὸ Βασιλάδι, ἔφερεν ἐκεῖ ἕως δέκα–δώδεκα κανόνια καὶ βόμβες. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 2, Αθήνα 1941, σελ. 210)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.