HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πάσαρα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. μικρή, στενή και ελαφριά λέμβος
    dated, idiomatic

Παραδείγματα

“※ Ἔφερεν καὶ τὲς πάσαρες καὶ τὲς ἔβαλεν εἰς τὸν Πόρον ὁ Ἰμπραΐμης, ὅστις, καθὼς ἔπεσεν τὸ Βασιλάδι, ἔφερεν ἐκεῖ ἕως δέκα–δώδεκα κανόνια καὶ βόμβες. (Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων, 1821–1833, εισαγωγή και σημειώσεις Γιάννης Βλαχογιάννης, Χορηγία Παγκείου Επιτροπής, τ. 2, Αθήνα 1941, σελ. 210)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πάσαρα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course