Meaning of πάρκινσον | Babel Free
/ˈpaɾcinson/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- νόσος του κεντρικού νευρικού συστήματος που οφείλεται σε εκφυλισμό των νευρώνων του εγκεφάλου που παράγουν το νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη, με συνέπειες το χαρακτηριστικό τρέμουλο των χεριών, ακαμψία, βραδύτητα στην κίνηση και αστάθεια
Ισοδύναμα
English
Parkinson's disease
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.