Meaning of ουρητήριο | Babel Free
/u.ɾiˈti.ɾi.o/Ορισμοί
κτίσμα το οποίο είναι ειδικά διαρρυθμισμένο για ούρηση
Ισοδύναμα
English
urinal
Παραδείγματα
“※ τουτέστιν ἀντὶ τοῦ κονιορτοῦ, τῶν οὐρητηρίων καὶ τῶν ὑπαιθρίων θεαμάτων τοῦ θέρους, νὰ φαντασθῆτε τὴν λάσπην καὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς παραστάσεις τοῦ χειμῶνος (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.