Meaning of οστεάλευρο | Babel Free
Ορισμοί
είδος άλευρου, που παράγεται από την άλεση (και λοιπή επεξεργασία) οστών ζώων και χρησιμοποιείται ως λίπασμα ή σαν ζωοτροφή
Ισοδύναμα
English
bone meal
Παραδείγματα
“※ Οτιδήποτε τρώμε, γαλακτοκομικά προϊόντα ή το ίδιο το κρέας, μπορεί να είναι ανθυγιεινό, αν τα ζώα από όπου προέρχονται τα ταΐζουμε με ανθυγιεινές τροφές και κυρίως προϊόντα ζωικά (κρεατάλευρα, αιματάλευρα, οστεάλευρα, ζωικά λίπη και προϊόντα πλάσματος αίματος, με τα οποία κατακλύζεται η χώρα μας από το εξωτερικό). Μας τιμωρεί η ίδια η φύση. Ούτε στα ψάρια ούτε στα κοτόπουλα ούτε στους χοίρους πρέπει να δίνονται. (www.tovima.gr, 24.11.2008)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.