HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορυκτολογία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1
/o.ɾi.kto.loˈʝi.a/

Ορισμοί

η επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της να μελετά τα ορυκτά

Ισοδύναμα

English Mineralogy

Παραδείγματα

“※ Το μάθημα αποτελεί εισαγωγή στη Γεμολογία, η οποία συγκαταλέγεται στις Γεωεπιστήμες και θεωρείται κλάδος της ορυκτολογίας. Ασχολείται με την αναγνώριση και πιστοποίηση της αυθεντικότητας ενός πολύτιμου λίθου, καθώς και με την αναγνώριση επεξεργασιών βελτίωσης που έχει υποστεί ένας πολύτιμος λίθος (Γεμολογία, Σχολή Μεταλλειολόγων - Μεταλλουργών Μηχανικών, ανακτήθηκε στις 1/10/2025 https://www.metal.ntua.gr/?product=gemology_gr)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορυκτολογία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course