HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορομετρία | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. συνώνυμο του ορεομετρία
  2. η καταμέτρηση όρων μέσα σε κείμενα ή σε άλλα τεκμήρια λόγου με σκοπό, τη στατιστική μελέτη της χρήσης τους

Παραδείγματα

“η ορομετρία για τα αρχαία κείμενα είναι πλέον αυτοποιημένη με τους υπολογιστές: μπορούμε να βρούμε πόσες φορές υπάρχει ο όρος «σοφία»”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορομετρία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course