Meaning of ορολογικός | Babel Free
/o.ɾo.lo.ʝiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την ορολογία (τους όρους) ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με την ορολογία, τον ορό του αίματος ή αναφέρεται σ’ αυτόν
Παραδείγματα
“ορολογική εξέταση αίματος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.