Meaning of οροθετικός | Babel Free
/o.ɾo.θe.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την οροθεσία, την οροθέτηση, ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που είναι φορέας κάποιου ιού, συνήθως του ιού του HIV
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.