Meaning of ορμητήριο | Babel Free
/oɾ.miˈti.ɾi.o/Ορισμοί
το μέρος από όπου ξεκινά κάποιος για τις ενέργειές του, παράνομες ή όχι
Παραδείγματα
“Τα απόμερα νησιά ήταν ανέκαθεν ορμητήριο των πειρατών.”
“※ Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- και σταυρωμένα πάνω στο γόνατό της, έχοντάς το ως ορμητήριο, εκκινούσαν απ'αυτό και γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.