ορμέμφυτος
Ορισμοί
- που εκδηλώνεται αυτόματα, παρορμητικά, ενστικτωδώς
- ορμέμφυτο: το ένστικτο
Παραδείγματα
“※ Ὁ Βούκιος κι ὁ Λεωνής, ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ἀντίκρυσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μισήθηκαν. Εἶταν ἕνα μίσος ὁρμέμφυτο, σκοτεινό, ἀναίτιο, ἀκατανόητο καὶ γιὰ τοῦτο τὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλα τὰ εἴδη τοῦ μίσους, ἕνα γνήσιο πάθος ὄπως ὁ ἀληθινός ἔρωτας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free