Meaning of ορθόδοξος | Babel Free
/oɾˈθoðoksos/Ορισμοί
- που με επιμονή και προσήλωση δέχεται και ασπάζεται τις σωστές (κατά τη γνώμη του) αντιλήψεις και απόψεις (θρησκευτικές, φιλοσοφικές, πολιτικές κ.λπ.)
- που έχει σχέση με την ανατολική χριστιανική Εκκλησία και όσα αυτή πρεσβεύει ή αναφέρεται σ’ αυτή κι όχι στη δυτική Καθολική Εκκλησία
- που εφαρμόζει μεθόδους και πρακτικές παραδοσιακές ή γενικώς αποδεκτές
Παραδείγματα
“Το να έχει γένια ο παπάς είναι ορθόδοξη παράδοση.”
For the priest to have a beard is an Orthodox tradition.
“Ο Αβραάμ είναι ορθόδοξος Εβραίος.”
Abraham is an orthodox Jew.
“Ο επιστήμονας δοκιμάζει όλες τις ορθόδοξες μεθόδους.”
The scientist is trying all the conventional methods.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.