Meaning of ορθοδοξία | Babel Free
/o.ɾθo.ðoˈksi.a/Ορισμοί
- το να ακολουθεί κάποιος την ορθόδοξη άποψη, να μένει πιστός στην αρχική εκδοχή μιας διδασκαλίας
- γυναικείο όνομα, συνήθως για μοναχές
- η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία, το ορθόδοξο δόγμα
Ισοδύναμα
English
Orthodoxy
Παραδείγματα
“όσοι απέκλιναν από τη μαρξιστική ορθοδοξία αποκαλούνταν προσβλητικά ρεβιζιονιστές”
“ένα νηπιοβαπτιστικό θρησκευτικό δόγμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.