HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορθοδοξία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/o.ɾθo.ðoˈksi.a/

Ορισμοί

  1. το να ακολουθεί κάποιος την ορθόδοξη άποψη, να μένει πιστός στην αρχική εκδοχή μιας διδασκαλίας
  2. γυναικείο όνομα, συνήθως για μοναχές
  3. η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία, το ορθόδοξο δόγμα

Ισοδύναμα

English Orthodoxy

Παραδείγματα

“όσοι απέκλιναν από τη μαρξιστική ορθοδοξία αποκαλούνταν προσβλητικά ρεβιζιονιστές”
“ένα νηπιοβαπτιστικό θρησκευτικό δόγμα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορθοδοξία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course