HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ορθοδοξία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
o.ɾθo.ðoˈksi.a

Ορισμοί

  1. το να ακολουθεί κάποιος την ορθόδοξη άποψη, να μένει πιστός στην αρχική εκδοχή μιας διδασκαλίας
  2. γυναικείο όνομα, συνήθως για μοναχές
  3. η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία, το ορθόδοξο δόγμα

Ισοδύναμα

EnglishOrthodoxy
Españolortodoxia
Françaisorthodoxie
24 more languages

Παραδείγματα

“όσοι απέκλιναν από τη μαρξιστική ορθοδοξία αποκαλούνταν προσβλητικά ρεβιζιονιστές”
“ένα νηπιοβαπτιστικό θρησκευτικό δόγμα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ορθοδοξία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free