Meaning of οργώ | Babel Free
/oɾˈɣo/Ορισμοί
- βρίσκομαι σε οργασμό
- καταλαμβάνομαι από σεξουαλική διάθεση ή ορμή
-
έχω μεγάλο ζήλο, επιδίδομαι με μεγάλη ζέση figuratively
Παραδείγματα
“※ Η φύσις επουλόνει τας πληγάς, και οργά επί τέλους η καρδία προς την φαιδρότητα και επιζητεί την χαράν. (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.