Meaning of οργανωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει ως έργο του να οργανώσει κάτι
- που έχει την ικανότητα να οργανώσει
Παραδείγματα
“η οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου”
“οργανωτικός άνθρωπος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.