Meaning of οργανωσιακός | Babel Free
/oɾ.ɣa.no.si.aˈkos/Ορισμοί
ο σχετικός με την οργάνωση κυρίως κάποιου φορέα
Παραδείγματα
“※ Τα τελευταία χρόνια η παρακίνηση των εργαζομένων έχει επανακτήσει το ενδιαφέρον της στην επιστημονική κοινότητα, ειδικά σε συνθήκες οικονομικής ύφεσης, πληθωρισμού, ανεργίας, χαμηλών αποδοχών, φτωχοποίησης κοινωνικών ομάδων και όξυνσης των κοινωνικών προβλημάτων και ανισοτήτων. Στην ερμηνεία της παρακίνησης, πέραν της οργανωσιακής/εργασιακής ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας και της διοικητικής επιστήμης, εμπλέκονται η νευροεπιστήμη, η βιολογία και η εξελικτική ψυχολογία.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.