HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οργανοφωσφορικός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

που αναφέρεται σε μια κατηγορία οργανικών ενώσεων που περιέχουν άτομα φωσφόρου (P) συνδεδεμένα με άνθρακα (C), γνωστές για τη χρήση τους σε παρασιτοκτόνα, νευροτοξικούς παράγοντες και άλλες βιομηχανικές εφαρμογές και που λόγω της χημικής τους δραστηριότητας πολλές απ’ αυτές είναι τοξικές για έντομα, ζώα και ενίοτε τον άνθρωπο

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οργανοφωσφορικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course