Meaning of ορατότητα | Babel Free
/o.ɾaˈto.ti.ta/Ορισμοί
η δυνατότητα να βλέπει κάτι ένας παρατηρητής χωρίς να παρεμποδίζεται από εμπόδια ή μετεωρολογικά φαινόμενα (όπως ομίχλη)
Ισοδύναμα
English
visibility
Παραδείγματα
“Η ορατότητα στις εθνικές οδούς θα είναι σημαντικά περιορισμένη λόγω ομίχλης,”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.