Meaning of οπτομετρία | Babel Free
Ορισμοί
κλάδος των επιστημών υγείας που ασχολείται με την έλεγχο των οφθαλμών με κατάλληλα όργανα ή συσκευές, για εντοπισμό ελαττωμάτων στην όραση (όπως μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμό), προκειμένου να συνταγογραφηθούν διορθωτικοί φακοί ή άλλη ενδεδειγμένη θεραπεία
Ισοδύναμα
English
Optometry
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.