Meaning of οπορτουνισμός | Babel Free
/o.poɾ.tu.niˈzmos/Ορισμοί
- τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή
- συμμόρφωση προς την αστική νομιμότητα (με μαρξιστικούς όρους), άρα η εγκατάλειψη της επανάστασης
Ισοδύναμα
English
Opportunism
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.