HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ονομαστικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/o.no.ma.stiˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με το όνομα
  2. αυτός που περιλαμβάνει ονόματα
  3. αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο

Ισοδύναμα

English Nominal

Παραδείγματα

“η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005”
“ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία”
“ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ονομαστικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course