Meaning of ονομαστικός | Babel Free
/o.no.ma.stiˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με το όνομα
- αυτός που περιλαμβάνει ονόματα
- αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο
Ισοδύναμα
English
Nominal
Παραδείγματα
“η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005”
“ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία”
“ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.