Meaning of ομογλωσσία | Babel Free
/o.mo.ɣloˈsi.a/Ορισμοί
- το να μιλά κανείς την ίδια γλώσσα με κάποιον άλλον
- σύνολο συγγενών γλωσσών με κοινή καταγωγή
Παραδείγματα
“τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, ανήκουν στη λατινική ομογλωσσία”
“ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.