Meaning of ομογάλακτος | Babel Free
/o.moˈɣa.la.ktos/Ορισμοί
που θήλασε από την ίδια γυναίκα με κάποιον άλλον, χωρίς αυτή να είναι φυσική μητέρα και των δυο τους· που μεγάλωσε μαζί με κάποιον άλλον
Παραδείγματα
“ομογάλακτος αδελφός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.