HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομογάλακτος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/o.moˈɣa.la.ktos/

Ορισμοί

που θήλασε από την ίδια γυναίκα με κάποιον άλλον, χωρίς αυτή να είναι φυσική μητέρα και των δυο τους· που μεγάλωσε μαζί με κάποιον άλλον

Παραδείγματα

“ομογάλακτος αδελφός”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομογάλακτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course