HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομιλικός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με όμιλο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
    general
  2. μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου, ιστορικού δημοτικιστικού σωματείου
    especially

Παραδείγματα

“※ Η «επαναστατική επιτροπή» Πλαστήρα - Γονατά που ανέλαβε μετά τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής επιχειρεί με επιμέρους παρεμβάσεις να επαναφέρει στα ζητήματα της διοίκησης και εποπτείας της δημοτικής εκπαίδευσης την προ του 1920 κατάσταση […] Στην εκπαιδευτική ιεραρχία επανέρχονται οι ομιλικοί δημοτικιστές: Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης”
“※ Η «εδραία», η «ακλόνητη βάση» της γλωσσικής μορφής είναι για τους κορυφαίους «ομιλικούς» η «γραμματική της γλώσσας του λαού» ή αλλιώτικα το «τυπικό της λαϊκής γλώσσας». Πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο θα εργαστεί κυρίως ο Τριανταφυλλίδης για να δώσει τον τύπο της «λαϊκής γραμματικής» στο σχολείο αναγορεύοντάς την σε «εθνική γραμματική»”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομιλικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course