Meaning of ομαλότητα | Babel Free
Ορισμοί
-
το να είναι κάποιος ή κάτι ομαλό(ς), η ιδιότητα του ομαλού literally
-
για μια επιφάνεια που δεν παρουσιάζει προεξοχές ή εξογκώματα literally
-
όταν γίνεται κάτι με τρόπο κανονικό, συνηθισμένο, πρέποντα figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.