Meaning of ολόχρυσος | Babel Free
/oˈlo.xɾi.sos/Ορισμοί
- που είναι φτιαγμένος ολόκληρος από χρυσό
- που έχει έντονο χρυσαφί χρώμα ή αναφερόμενο σε ξανθιά μαλλιά
-
γεμάτος καλοσύνη figuratively
Παραδείγματα
“Tα ολόχρυσα μαλλιά της ανέμιζαν στον αέρα.”
Her golden blonde hair was blowing in the wind.
“φορούσε ένα ολόχρυσο ρολόι”
“※ Και ός τις νικήση απ' το λαό νάχη τιμή μεγάλη,”
“(Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Βενετία, Ελληνικό τυπογραφείο του Φοίνικος, 1862, σελ. 49)”
“τα μαλλάκια του παιδιού είναι ολόχρυσα”
“※ Μέσα ’ς τὴ τόση ταραχὴ μεσ’ ’ς τοῦ χοροῦ τὴ ζάλη”
“(Διονύσιος Μάργαρης, ’Σ την Άννα, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)”
“έχει ολόχρυση καρδιά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.