Meaning of ολοκληρωτικός | Babel Free
/o.lo.kli.ɾo.tiˈkos/Ορισμοί
- που αφορά κάτι στο σύνολό του
- που χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτισμό
- άλλη μορφή του ολοκληρωματικός: που σχετίζεται με ολοκληρώματα
Ισοδύναμα
English
Totalitarian
Παραδείγματα
“ολοκληρωτικός πόλεμος”
“ολοκληρωτικό καθεστώς”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.