HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ολοκλήρωμα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο τύπος μέτρησης χωρίου που ορίζει μια συνάρτηση
  2. Έστω μια συνάρτηση, μια διαμέριση αυτής στο υποσύνολο Α του πεδίου ορισμού της με λεπτότητα λ (δηλαδή το μέτρο του μεγαλύτερου στοιχίου της διαμέρισης είναι λ). Σε κάθε στοιχείο της διαμέρισης αντιστοιχίζεται με συγκεκριμένη διαδικασία, ανάλογα με το είδος τον τρόπο υπολογισμού του ολοκληρώματος, το αποτέλεσμα της μέτρησης του χωρίου. Έστω το άθροισμα όλων μετρήσεων Σ. Το όριο του Σ τείνοντος του λ στο 0 είναι το ολοκλήρωμα της συνάρτησης στο Α.

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ολοκλήρωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course