HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Ολλανδία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/o.lanˈði.a/

Ορισμοί

  1. περιοχή των Κάτω Χωρών, όνομα δυο επαρχιών των Κάτω Χωρών, η Βόρεια Ολλανδία και η Νότια Ολλανδία.
  2. κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης της βορειοδυτικής Ευρώπης με πρωτεύουσα το Άμστερνταμ (η έδρα της κυβέρνησης όμως βρίσκεται στη Χάγη), επίσημη γλώσσα τα ολλανδικά και νόμισμα το ευρώ (παλιότερα, το ολλανδικό φιορίνι)

Ισοδύναμα

English Netherlands

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Ολλανδία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course