ολιστικός
Ορισμοί
-
που σχετίζεται με τον ολισμό general
-
ολιστική ιατρική: που σχετίζεται με τη θεώρηση σύμφωνα με την οποία η θεραπεία της ασθένειας ενός ατόμου και, συνεπώς, η διατήρηση της σωματικής υγείας ευρύτερα, πρέπει να επιτυγχάνεται λαμβάνοντας υπόψη ψυχικούς και κοινωνικούς παράγοντες που σχετίζονται με το άτομο especially
Ισοδύναμα
16 more languages
العربيةمتكامل
Catalàholístic
Češtinaholistický
Cymraegcyfannol
Suomiholistinen
Bahasa Indonesiaholistis
Polskiholistyczny
Svenskaholistisk
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free