HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ολιγομηνόρροια | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

  1. η μειωμένη εμμηνόρροια, κυρίως σε ποσότητα αίματος
  2. σύμπτωμα γυναικολογικού ή γενικότερου οργανικού προβλήματος υγείας που έχει σαν συνέπεια η γυναίκα να παρουσιάζει μειωμένη έμμηνο ρύση χωρίς να βρίσκεται στην φάση της εμμηνόπαυσης

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ολιγομηνόρροια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course