Meaning of οιστρογόνο | Babel Free
/i.stɾoˈɣo.no/Ορισμοί
στεροειδής ορμόνη που ρυθμίζει τη γυναικεία αναπαραγωγική λειτουργία και συμβάλλει στην ανάπτυξη χαρακτηριστικών του φύλου, ενώ ανάλογης δράσης ουσίες μπορεί να απαντώνται και σε φυτά ή να παρασκευάζονται τεχνητά
Ισοδύναμα
English
Estrogen
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.