Meaning of οικοπάρκο | Babel Free
Ορισμοί
πάρκο ή δασική έκταση όπου επιδεικνύεται οικολογική ευαισθησία για τη διατήρηση ή συντήρησή του, περιλαμβάνει πολλά είδη χλωρίδας και πανίδας και συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος
neologism
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.