Meaning of οικονομιστής | Babel Free
Ορισμοί
- υποστηρικτής δόγματος το οποίο στην ερμηνεία των πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων και συμβάντων, και γενικότερα της ιστορικής εξέλιξης, δίνει απόλυτη ή και αποκλειστική προτεραιότητα στα οικονομικά δεδομένα.
- εκπρόσωπος σχολής οικονομικής σκέψης του 18ου αιώνα (κατ' εξοχήν γαλλικής.) Οι οικονομιστές, ή αλλιώς φυσιοκράτες, θεωρούσαν, σε αντίθεση με τους μερκαντιλιστές ή εμποριοκράτες, ότι βασική πηγή πλούτου ενός έθνους δεν ήταν το εμπόριο και η βιομηχανία αλλά η αγροτική παραγωγή.
- μέλος ιδεολογικής και πολιτικής κίνησης που διαμορφώθηκε στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα κατά τις αρχές του 20ου αιώνα (οικονομισμός) η οποία απέβλεπε στον περιορισμό των σκοπών του εργατικού κινήματος μόνο στην οικονομική πάλη.
Παραδείγματα
“※ Ήταν τότε μια περίοδος κατά την οποία στις ημερήσιες (πολιτικές λεγόμενες) εφημερίδες δεν διετίθετο, όπως σήμερα, μεγάλος χώρος για τα οικονομικά θέματα , μολονότι το «Οικονομικό Βήμα» ήταν γνωστό σ ́ όλους τους «οικονομιστές» (Οικονομικός Ταχυδρόμος, τεύχη 2087-2095, 1994, σελ. 19)”
“※ Τό 1901-1903 ἦταν ὀπαδός τῆς Ἴσκρας , στό τέλος τοῦ 1903 ὁ Τρότσκι ἦταν ἀνοιχτός μενσεβίκος , δηλαδή ἀπό τούς ὀπαδούς τῆς Ἴσκρας πήδηξε στούς «οικονομιστές». Το 1904-1905 φεύγει ἀπό τούς μενσεβίκους καί καταλαμβάνει ταλαντευόμενη (Επίσημα κείμενα: 1929-1933, Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος, 1963 σελ. 281)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.