Meaning of οικοδεσπότης | Babel Free
/i.ko.ðesˈpo.tis/Ορισμοί
- πρόσωπο που δέχεται, υποδέχεται ή φιλοξενεί στο σπίτι του καλεσμένους ή επισκέπτες
-
πρόσωπο που διοργανώνει και υποδέχεται συμμετέχοντες σε εκδήλωση, γιορτή, δεξίωση κτλ., ή που αναλαμβάνει την παρουσίαση εκπομπής ή εκδήλωσης broadly
- υπολογιστής που παρέχει δεδομένα ή προγράμματα σε άλλους υπολογιστές μέσω δικτύου
Ισοδύναμα
English
host
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: κύρης, νοικοκύρης, σπιτονοικοκύρης”
“≈ συνώνυμα: αμφιτρύωνας”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.