HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of οικογενειοκρατία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2
/ikoʝeniokɾaˈtia/

Ορισμοί

το φαινόμενο να επιβιώνουν και να κυριαρχούν στην πολιτική, κοινωνική, ακαδημαϊκή ζωή (αλλά και στην οικονομική ζωή ενός τόπου) μέλη της ίδιας οικογενείας συχνά επί σειρά πολλών γενεών, ο νεποτισμός

Ισοδύναμα

English Nepotism

Παραδείγματα

“Λόγω οικογενειοκρατίας, ο πρόεδρος της εταιρείας διόρισε την σύζυγο του ως διευθύντρια.”

Because of nepotism, the president of the company appointed his wife as director.

“Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρώτος διδάξας της οικογενειοκρατίας, είχε πει «εγώ και τη μαγκούρα μου να στείλω στην Μάνη, θα εκλεγεί βουλευτής»”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See οικογενειοκρατία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course